συνόμαιμος Save LSJ Bailly 2024 Pape συνόμαιμος, ον, = συνομαίμων (sq.), Pae.Delph. 3, JRS 18.30 (Tembris, written -μημ-), Orph. A. 1193. συν·όμαιμος, ος, ον, c. le suiv. Orph. Arg. 1191. συνόμαιμος, = συνομαίμων, Schol. Eur. Alc. 410.