συνοκωχή
συνοκωχή, joining
συνοκωχή, ἡ,
- = συνοχή, joining, στήθεος Hp. Oss. 7.
συνοκωχή, ῆς (ἡ) c. συνοχή, Hpc. 275, 24.
συνοκωχή, ἡ, Zusammenhalt, gemeinschaftliche Stütze, Hippocr.
συνοκωχή, joining