συνομοπαθέω
συνομοπαθέω, experience the same feelings
συνομοπᾰθέω,
- = συνομοιοπαθέω, v.l. in Arist. Rh. 1408a23, cf. Plu. Mult. 2.96e, Alc. 23.
συν·ομοπαθέω-ῶ [ᾰ] c. συνομοιοπαθέω, Arstt. Rhet. 3, 7, 5 ; Plut. M. 96f, etc.
συνομοπαθέω, = συνομοιοπαθέω ; Plut. amic. mult. g.E.; καὶ συνεξομοιοῦσθαι τοῖς ἐπιτηδεύμασι καὶ ταῖς διαίταις, Alcib. 23.