σύρραγμα
σύρραγμα, conflict
σύρραγμα, ατος, τό,
- conflict, μάχης cj. for σύγγραμμα in Plu. Glor.Ath. 2.346e; cf. σύρρηγμα.
σύρραγμα, ατος (τὸ) conflit, choc, Plut. M. 346e.
Étym. συρράσσω.