Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Συροφοίνισσα
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συρκάζω
συρκίζω
σύρμα
συρμαία
συρμαΐζω
συρμαίη
συρμαιοπώλης
συρμαϊσμός
συρμάς
συρματική
συρματίς
συρματίτης
συρματῖτις
συρμή
συρμίον
συρμιστήρ
συρμός
Σύρμος
Σύρνος
σύρξ
συρομένως
σύρον
συροπέρδιξ
συρόποδες
συροποιός
σύρος
Σῦρος
Σύρος
Συροφοινίκισσα
Συροφοῖνιξ
Συροφοίνισσα
σύρρα
συρραγή
σύρραγμα
συρράδιος
συρρᾳδιουργέω
συρραθαγέω
συρραΐζω
σύρραξις
συρραπτός
συρράπτω
συρράσσω
συρρᾳστωνέω
συρράττω
συρραφεύς
συρραφή
συρραφής
συρρέζω
συρρέμβομαι
Σύρρεντον
Συρρεντόν
συρρέπω
σύρρευσις
συρρέω
σύρρηγμα
συρρήγνυμι
συρρηγνύω
σύρρηξις
συρρήσσω
συρρητορεύω
συρριζόομαι
…
Συροφοίνισσα
Save
Bailly 2024
Συρο·φοίνισσα,
ης
(
ἡ
) [
ῠ
]
fém.
c. le préc.
NT.
Marc.
7, 26
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}