συφειός
συφειός, sty
συφειός, οῦ (ὁ) [ῠ] c. συφεός, Od. 10, 389.
συφειός, ὁ, = συφεός, Od. 10.389.
συφειός
-οῦ, ὁ
[σῦς. Cf. συφεός.]
A pigsty : θύρας ἀνέῳξε συφειοῦ Od. 10.389.
συφειός : sty; συφεόνδε, to the sty. (Od.)