συφεόνδε
συφεόνδε [ῠ] adv. vers l’étable à porcs, Od. 10, 320.
Étym. συφεός, -δε.
συφεόνδε, zum Schweinkosen hin, 10.320.
συφεόνδε
[acc. of συφεός. + -δε 1.]
To the sty : ἔρχεο νῦν συφεόνδε Od. 10.320.