συφόρβιον
συφόρβιον, a herd of swine
σῠφόρβ-ιον, τό,
- = συοφόρβιον, AP 11.363 (Diosc.), Polyaen. 4.19.
συφόρβιον, ου (τὸ) [ῠ] troupeau de porcs, Arstt. H.A. 6, 18 ; DH. 1, 79 et 81 ; Anth. 11, 363.
Étym. συφορβός.
συφόρβιον, τό, Schweineherde, Sauherde, Dion.Hal. 1.70.
συφόρβιον
σῠ-φόρβιον, ου, τό,
σῦς, φέρβω
- a herd of swine, Anth.