σφαλερόνηκτος
σφαλερόνηκτος, dangerous to swim
σφᾰλερόνηκτος, ον,
- dangerous to swim, ποταμοί Poll. 3.103.
σφαλερόνηκτος, gefährlich zum Schwimmen, ποταμός, Poll. 3.103.
σφαλερόνηκτος, dangerous to swim