σύρφαξ
σύρφαξ, mob, rabble
σύρφαξ, ᾱκος, ὁ,
- = συρφετός 2a, Ar. V. 673 (anap.), Luc. Lex. 4, etc.
- II as Adj., = συρφετώδης, δῆμος Anon. ap. Suid.
σύρφαξ, ακος (ὁ) [ᾱκ] tas d’immondices, fig. ramassis de gens, populace, Ar. Vesp. 673 ; Luc. Lex. 4.
Étym. σύρω.
σύρφαξ, ᾱκος, ὁ,
1) = συρφετός, σύρφος ; Ar. Vesp. 673 τὸν μὲν σύρφακα τὸν ἄλλον ἐκ κηθαρίου λαγαρυζόμενον, nach Schol. τὸ ἱκανὸν πλῆθος τῶν δικαστῶν, τὸν ὀχλώδη καὶ συρφετώδη, ἐξ εὐτελῶν τρεφόμενον. Vgl. Luc. Lexiph. 4, Iov. Trag. 53.
2) als adj. = συρφετώδης, Suid.
1) = συρφετός, σύρφος ; Ar. Vesp. 673 τὸν μὲν σύρφακα τὸν ἄλλον ἐκ κηθαρίου λαγαρυζόμενον, nach Schol. τὸ ἱκανὸν πλῆθος τῶν δικαστῶν, τὸν ὀχλώδη καὶ συρφετώδη, ἐξ εὐτελῶν τρεφόμενον. Vgl. Luc. Lexiph. 4, Iov. Trag. 53.
2) als adj. = συρφετώδης, Suid.
σύρφαξ, ᾱκος,
= συρφετός 1, Ar.