σύρφος Save LSJ Pape σύρφος· θηρίδιον μικρόν, ὁποῖον ἐμπίς (cf. σέρφος ?), Hsch. σύρφος, ὁ, = σέρφος, Hesych.σύρφος ², τό, = συρφετός, Hesych.