συρροή
συρροή, conflux
συρροή, ἡ,
- = σύρρευσις, conflux, Thphr. Lap. 1, Ign. 50, al.; ἰχώρων Plu. Cleom. 39; συνροὰ (Dor.) ὑδάτων Mnemos. 42.332 (Argos, iv B.C.); exudation which forms a bulbil, σ. δακρυώδης Thphr. HP 6.6.8; accumulation of earth, ib. 7.15.2: also σύρροια, Hp. Alim. 23, Plb. 2.32.2, Str. 1.3.12, Aret. CD 1.13 (ξύρρ-) ; σύνροια IG 5(1).1431.20 (Messene).
συρροή, ῆς (ἡ) c. le suiv. Th. H.P. 6, 6, 8 ; 7, 15, 2 ; Plut. M. 938f, Cleom. 39.
Étym. συρρέω.
συρροή, ἡ, = σύρροια, Sp.