τάραγμα
τάραγμα, disquietude
τάραγ-μα [τᾰ], ατος, τό,
- disquietude, ἐν φρενῶν τ. πέπτωκα E. HF 1091, cf. 907 (lyr.); τ. δαιμόνιον D.H. 8.52; πάθη καὶ ταράγματα Demetr.Lac. Herc. 1012.27.
τάραγμα, ατος (τὸ) [τᾰ] trouble, Eur. H.f. 907, 1091 ; DH. 8, 52.
Étym. ταράσσω.
τάραγμα, τό, Unruhe, Verwirrung, ἐν φρενῶν ταράγματι πέπτωκα δεινῷ Eur. Herc.Fur. 1091.
τάραγμα
ταράσσω
- disquietude, Eur.