ταράκτωρ Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape τᾰράκ-τωρ, ορος, ὁ, poet. for ταράκτης, τὸν πόλεως τ. A. Th. 572. ταράκτωρ, ορος (ὁ) [τᾰ] c. ταρακτής, Eschl. Sept. 572. ταράκτωρ -ορος, ὁ [ταράττω] onruststoker: τὸν πόλεως ταράκτορα onruststoker in uw stad Aeschl. Sept. 572. ταράκτωρ, ορος, ὁ, poet. statt ταράκτης, πόλεως Aesch. Spt. 554.