ταραγμός
ταραγμός, disturbance, confusion
ταραγ-μός, ὁ,
- disturbance, disquietude, τ. ἐς φρένας πίτνει A. Ch. 1056; τ. ἐμπέπτωκέ μοι E. Hec. 857, cf. Id. Oen. p.39 A.; ἐς ταραγμὸν ἥκειν Id. HF 533; τ. εἰσῆλθεν πόλιν Id. Ph. 196, cf. IT 572: pl., παιδοκτόνους φρενῶν τ. Id. HF 836.
ταραγμός, οῦ (ὁ) [τᾰ] action de troubler, trouble, agitation, Eschl. Ch. 1058 ; Eur. Hec. 857, H.f. 353, Ph. 196.
Étym. ταράσσω.
ταραγμός, ὁ, wie τάραξις, Beunruhigung, Verwirrung ; ἐκ τῶν δέ τοι ταραγμὸς ἐς φρένας πιτνεῖ, Aesch. Ch. 1052 ; ὡς ταραγμὸς εἰσῆλθεν πόλιν, Eur. Phoen. 204 ; πολὺν ταραγμὸν εἶχον μάχης, 1415 ; ᾗ ταραγμὸς ἐμπέπτωκέ μοι, Hec. 857 ; τίνʼ εἰς ταραγμὸν ἥκομεν ; I.T. 572, u. öfter.
ταραγμός
τᾰραγμός, οῦ, ὁ,
- disturbance, confusion, Aesch., Eur.