Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ταπιτάριος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Τάοχοι
ταπείνηχος
ταπεινολογία
ταπεινοποιός
ταπεινορρημοσύνη
ταπεινός
ταπεινότης
ταπεινοφρονέω
ταπεινοφρόνησις
ταπεινοφρόνως
ταπεινοφροσύνη
ταπεινόφρων
ταπεινόψυχος
ταπεινόω
ταπείνωμα
ταπεινῶς
ταπείνωσις
ταπεινωτέον
ταπεινωτικός
ταπή
τάπης
ταπητάριος
ταπητέμπορος
ταπήτιον
τἀπί
ταπίδιον
ταπιδυφάντης
ταπιδύφος
τἀπιεικῆ
τάπις
ταπιτάριος
ταπιτᾶς
ταπιτιοῦχος
τἀπό
τἀπόρρητα
Ταπόσειρις
Ταπροβάνη
ταπρῶτα
Τάπυροι
ταρ
τἄρ
τάρ
τἆρα
τἄρα
τάραγμα
ταραγμός
ταρακτήριον
ταρακτήριος
ταράκτης
ταρακτής
ταρακτικός
ταρακτός
τάρακτρον
ταράκτωρ
τάρανδος
Ταραντιναρχέω
Ταραντιναρχία
Ταραντίναρχος
ταραντινίδιον
Ταραντινίδιον
Ταραντινίζω
…
ταπιτάριος
Save
LSJ
τᾰπῐτ-άριος, ὁ,
= ταπητάριος,
BGU
1082.2 (iv A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}