ταραξικάρδιος
ταραξικάρδιος, heart-troubling
τᾰραξῐ-κάρδῐος, ον,
- heart-troubling, Ar. Ach. 315 (troch.).
ταραξι·κάρδιος, ος, ον [τᾰξῐ] qui trouble le cœur, qui tourmente, Ar. Ach. 315.
Étym. ταράσσω, καρδία.
ταραξικάρδιος, das Herz beunruhigend, Ar. Ach. 296.
ταραξικάρδιος
τᾰραξῐ-κάρδιος, ον,
καρδία
- heart-troubling, Ar.