ταλάφρων
τᾰλάφρων, ονος, ὁ, ἡ,
- = ταλασίφρων, Il. 13.300, Opp. H. 3.40.
ταλά·φρων, ων, ον, gén. ονος [τᾰ] c. ταλασίφρων, Il. 13, 300 ; Opp. H. 3, 40.
ταλάφρων, ὁ, ἡ, verkürzte Form statt ταλασίφρων, Il. 13.300, πολεμιστής.
ταλάφρων
-ονος [ταλα-, τλάω + φρήν.]
= ταλασίφρων: πολεμιστήν Il. 13.300.
ταλάφρων = ταλασίφρων, Il. 13.300†.
ταλάφρων
τᾰλά-φρων, ονος, ὁ, ἡ,
shortd. for ταλασίφρων, Il.