ταλαός
ταλαός, steadfast
τᾰλᾰ-ός, ή, όν, (*τλάω)
- = τλήμων, Ar. Av. 687 (anap.), Q.S. 1.759.
ταλαός, ή, όν [ᾰᾰ] c. τλήμων, Ar. Av. 687.
ταλαός, = τλήμων, Ar. Av. 687.
ταλαός
τᾰλαός, ή, όν
*τλάω
= τλήμων, Ar.