ταλασήϊος
ταλασήϊος, of wool-spinning
τᾰλᾰσ-ήϊος, η, ον, Ep. word,
- of wool-spinning, τ. ἔργα, = ταλασία, A.R. 3.292; ταλασήϊος ἱδρώς caused by spinning, Nonn. D. 6.142.