Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ταλάπης
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ταλαιπωρισμός
ταλαίπωρος
ταλαιπώρως
ταλαίφρων
ταλακάρδιος
τάλαν
ταλανία
ταλανίζω
ταλανισμός
ταλανταῖος
ταλάντατος
ταλαντάω
ταλαντεία
ταλάντερος
ταλαντεύω
ταλαντιαῖος
ταλαντιεῖος
ταλαντίζω
ταλάντιον
ταλαντισμός
τάλαντον
ταλαντόομαι
ταλαντοῦχος
ταλαντόω
ταλάντωσις
ταλαός
Ταλαός
ταλαπαθής
ταλαπείριος
ταλαπενθής
ταλάπης
Τάλαρες
ταλάριον
ταλαρίς
ταλαρίσκος
τάλαρος
τάλας
ταλάσειος
ταλασήϊος
ταλασία
ταλάσιος
Ταλάσιος
ταλασιουργέω
ταλασιουργία
ταλασιουργικός
ταλασιουργός
τάλασις
ταλασίφρων
ταλάσσαι
ταλάσσῃ
ταλάσσῃς
ταλάσσω
Τάλαυρα
ταλαύρινος
ταλάφρων
ταλάω
ταλάωρ
ταλειθά
τἀληθές
Ταλθυβιάδαι
Ταλθύβιος
…
ταλάπης
Save
LSJ
ταλάπης, ου, ὁ, a plant similar to the
κεντρῖτις,
PMag.Par.
1.812.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}