ταμιεύτωρ Save LSJ Bailly 2024 Pape τᾰμῐ-εύτωρ, ορος, ὁ, = ταμίας, Man. 4.580. ταμιεύτωρ, ορος (ὁ) [ᾰ] c. ταμίας, Man. 4, 580. ταμιεύτωρ, ορος, ὁ, p. statt ταμίας, Maneth. 4.580.