τάμια
τᾰμῐα
- 1mistress Δίκα καὶ ὁμότροφος Εἰρήνα, τάμιʼ ἀνδράσι πλούτου (Mommsen: ταμίαι codd.: ταμί (αι) Ahrens) O. 13.7, but cf. O. 14.9, Schwyz., 1. 4733.