ταμισίνης
ταμισίνης, made with rennet
τᾰμῐσ-ίνης τυρός, ὁ, cheese
- made with rennet, Diocl. Fr. 138.
ταμισίνης, ὁ, τυρός, mit Lab bereiteter Käse, Labkäse, Sp.
ταμισίνης, made with rennet