ταυροκέφαλος
ταυροκέφαλος, bull-headed
ταυρο-κέφᾰλος, ον,
- bull-headed, of Bootes, Teucer in Boll Sphaera 18,49.
ταυροκέφαλος, stierköpfig, Sp.
ταυροκέφαλος, bull-headed