ταυρόκερως
ταυρόκερως, bull-horned
ταυρό-κερως, ωτος, ὁ, ἡ,
- bull-horned, E. Ba. 100 (lyr.), Euph. 14, Orph. H. 52.2.
ταυρό·κερως, ωτος (ὁ, ἡ) aux cornes de taureau, Eur. Bacch. 100 ; Orph. H. 52, 2.
Étym. τ. κέρας.
ταυρόκερως, ωτος, ὁ, ἡ, mit Stierhörnern, θεός, Eur. Bacch. 100, wie Euphor. lr. 14.
ταυρόκερως
ταυρό-κερως, ωτος, ὁ, ἡ,
κέρας
- bull-horned, Eur.