ταυρώδης
ταυρώδης, ες,
- = ταυροειδής, ταυρώδεα λεύσσων Nic. Al. 222.
ταυρώδης, ης, ες, c. ταυροειδής, Nic. Al. 222.
Étym. ταῦρος, -ωδης.
ταυρώδης, ες, zsgzn statt ταυροειδής, Nic.