ταυρόπους
ταυρόπους, bull-footed
ταυρό-πους, ὁ, ἡ, πουν, τό, gen. ποδος,
- bull-footed, σῆμα, of a river-god, E. IA 275 (lyr.).
ταυρό·πους, -ποδος (ὁ, ἡ) aux pieds de taureau, Eur. I.A. 275.
Étym. τ. πούς.
ταυρόπους, ποδος, ὁ, ἡ, stierfüßig, Eur. I.A. 275, ταυρόπουν σῆμα.
ταυρόπους
ταυρό-πους,
- bull-footed, Eur.