τεραμότης
τεραμότης, softness
τερᾰμότης, ητος, ἡ,
- softness, Thphr. CP 4.12.10.
τεραμότης, ητος (ἡ) [ᾰ] qualité d’un légume ou d’une chair tendre et qui cuit facilement, Th. C.P. 4, 12, 10.
Étym. τεράμων.
τεραμότης, ητος, ἡ, Weichheit, Theophr.