τερατίας
τερατίας, worker of marvels
τερᾰτ-ίας, ου, ὁ,
- = τερατουργός, worker of marvels, D.S. 34/5.2.8.
τερατίας, ου (ὁ) [ᾰᾱ] charlatan, imposteur, DS. Exc. 529, 29.
Étym. τέρας.
τερατίας, ὁ, = τερατουργός, Gaukler, DS