τερατικῶς Save τερατικῶς, wonderfully LSJ Bailly 2024 τερᾰτ-ικῶς, Adv. wonderfully, τ. εὖ Epicur. Fr. 161. τερατικῶς [ᾰ] adv. c. τεραστίως, Epic. (Plut. M. 1124c).