τέρχνος
τέρχνος, twig, young shoot
τέρχνος, εος, τό,
- twig, young shoot, Max. 502, Hsch.; also τρέχνος, εος, τό, AP 15.25 (Besant., pl.), Hsch.: τὰ τέρχνιja or τρέχνιja plants, young trees, Inscr.Cypr. 135.9H.
- II τέρχνεα· . . ἐντάφια, Hsch. (Cf. ταρχύω.)
τέρχνος, εος-ους (τὸ) branche, Max. π. κατ. 502.
Étym. cf. τρέχνος.
τέρχνος, εος, τό, auch τρέχνος, Ast, Zweig, sp.D.