τετραγωνιαῖος Save LSJ Bailly 2024 Pape τετρᾰγων-ιαῖος, α, ον, = τετράγωνος, Gp. 2.2.4. τετραγωνιαῖος, α, ον [ᾰγ] carré, quadrangulaire, Geop. 2, 2, 4. Étym. τετράγωνος. τετραγωνιαῖος, = τετράγωνος, Sp.