Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τετραγενής
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τέτμηκα
τέτμημαι
τετμημένον
τετμημένος
τετμηώς
τέτμον
τέτμω
τέτοιος
τέτοκα
τετολμηκότως
τέτορε
τέτορες
τετορήσω
τέτορθαι
τετόρθαι
τετόρταιος
τετρα
τετρα-
τετρααρχέω
τετραάρχης
τετράαχμον
τετραβάμων
τετραβαρής
τετραβασίλειος
τετράβιβλος
τετραβόειος
τετραβόλος
τετράβραχυς
τετράβυρσος
τετράγγουρον
τετραγενής
τετράγηρυς
τετράγκων
τετράγλωσσος
τετραγλώχιν
τετραγλώχις
τετράγναθος
τετραγονία
τετραγράμματος
τετραγραμμιαῖος
τετράγραμμος
τετράγυος
τετραγωνέω
τετραγωνία
τετραγωνιά
τετραγωνιαῖος
τετραγωνίας
τετραγωνίζω
τετραγωνικός
τετραγώνιον
τετραγώνισμα
τετραγωνισμός
τετραγωνοειδής
τετραγωνοπρόσωπος
τετράγωνος
τετραγωνότης
τετραγωνώδης
τετραγωνῳδία
τετραγώνως
τετραδακτυλιαῖος
τετραδάκτυλος
…
τετραγενής
Save
LSJ
τετρᾰ-γενής, ές, dub. l. in
Orph.
Fr.
55 (epith. of
ὕλη
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}