τετραβόειος
τετραβόειος, of four bull-hides
τετρᾰ-βόειος, ον,
- of four bull-hides, Call. Dian. 53, Q.S. 6.547.
τετρα·βόειος, ος, ον [ᾰ] c. τεσσαράβοιος. Call. Dian. 53 ; Q. Sm. 6, 547.
τετραβόειος, = τεσσαράβοιος ; Callim. Dian. 52 ; Qu.Sm. 6.547.