τευχήεις
τευχήεις, armed
τευχήεις, εσσα, εν,
- armed, καρήατα Opp. C. 3.4.
τευχήεις, ήεσσα, ῆεν, Opp. C. 3, 4 ; τευχ·ήρης, ης, ες, Orph. Arg. 5, 25, armé.
Étym. τεῦχος, *ἄρω.
τευχήεις, εσσα, εν, gerüstet, bewaffnet, Opp. Cyn. 3.4.