τεύχω
τεύχω, to make ready, make, build, work
- make ready, make, freq. in Ep. and Lyr.; also in A., but rare in S. and E. (once in Com., Eub. 43); never in Prose.
- I produce by work or art; esp. of material things, make, build, δώματα, θάλαμον, νηόν, etc., Il. 6.314, 14.166, Od. 12.347, etc.; of a worker in metal, τὸ μὲν [σκῆπτρον] Ἥφαιστος κάμε τεύχων Il. 2.101; θώρηκα, τὸν Ἥφαιστος κάμε τεύχων 8.195; τρίποδας . . ἔτευχεν [Ἥφαιστος] 18.373; τ. δόλον, of the net which Hephaestus wrought, Od. 8.276; τέκτονος υἱόν, . . ὃς χερσὶν ἐπίστατο δαίδαλα πάντα τεύχειν Il. 5.61; of womenʼs handiwork, εἵματα τ. Od. 7.235; of a cook, δεῖπνον τετυκεῖν dress or prepare a meal, 15.77, 94 (so in Med., prepare a meal or have it prepared, of those who are to eat it, 20.390; τετύκοντό τε δαῖτα Il. 1.467, 2.430; τεύχοντο δαῖτα Od. 10.182; τεύξεσθαι δόρπον Il. 19.208; δόρπον τετύκοντο Od. 12.307, cf. 283, al. (the Ep. aor. τετυκεῖν, τετυκέσθαι is used in this sense only)); also τεῦχε κυκειῶ Il. 11.624; ἄλφιτα τεύχουσαι preparing meal (by grinding the grain), Od. 20.108; αὐτὰρ ὁ εἴδωλον τεῦξʼ formed, created it, Il. 5.449: so also in Pi. and A., θεὸς ὁ τὰ πάντα τεύχων βροτοῖς Pi. Fr. 141, cf. O. 1.30; δαῖτʼ . . ἔτευξεν A. Ag. 731 (lyr.); φάρμακον τεύχουσα ib. 1261; ὦ γαῖα κεραμί, τίς σε Θηρικλῆς ποτε ἔτευξε; Eub. l.c.:—Pass., δώματα τετεύχαται Il. 13.22; ἐν βήσσῃσι τετυγμένα δώματα Od. 10.210, 252, cf. 21.215; θεῶν ἐτετεύχατο βωμοί Il. 11.808; βωμὸς . . τέτυκτο Od. 17.210; νηός γε τέτυκτο Il. 5.446; οἱ . . σῆμα τετεύξεται for him a tomb shall be built, 21.322; εἵματα . . τετυγμένα χερσὶ γυναικῶν 22.511; ἱμάντα . ., ᾧ ἔνι πάντα τετεύχαται in which all are wrought, are to be found, 14.220: τετύχθαι τινός to be made of . . , βόες χρυσοῖο τετεύχατο κασσιτέρου τε 18.574; περόνη χρυσοῖο τέτυκτο Od. 19.226, cf. Hes. Sc. 208: c. dat. rei, τετυγμένα δώματα . . ξεστοῖσιν λάεσσι built with or of . . , Od. 10.210; αἱ μὲν γὰρ [πύλαι] κεράεσσι τετεύχαται, αἱ δʼ ἐλέφαντι 19.563; but δόμον . . αἰθούσῃσι τετυγμένον built or furnished with . . , Il. 6.243.
- 2 pf. part. τετυγμένος freq. has the sense of an Adj., = τυκτός, well-made, well-wrought, τεῖχος, βωμὸς τετ., Il. 14.66, Od. 22.335, al.; σάκος, δέπας, κρητήρ, Il. 14.9, 16.225, 23.741, al.; ἄγγεα Od. 9.223; δῶρα 16.185; ἀγρός wrought, tilled, 24.206: metaph., νόος ἐν στήθεσσι τετυγμένος a ready, constant mind, 20.366.
- 3 pf. part. Act. occurs once in pass. sense, ῥινοῖο τετευχώς made of hide, 12.423.
- II of natural phenomena. actions, events, etc., cause, bring to pass, τ. ὄμβρον ἠὲ χάλαζαν, of Zeus, Il. 10.6; αἱ δὲ [πύλαι] πετασθεῖσαι τεῦξαν φάος 21.538; παλίωξιν τ. 15.70, cf. Hes. Sc. 154 (Pass.); βοὴν διὰ ἄστεος Od. 10.118; γέλω δʼ ἑτάροισιν ἔτευχε 18.350; γάμον τ. 1.277; τ. πομπήν 10.18, cf. Pi. P. 4.164; τ. πόλεμον καὶ φύλοπιν Od. 24.476; θάνατόν τινι 20.11; ἄλγεα, κήδεά τινι, work one woe, Il. 1.110, Od. 1.244; ἐν δʼ ἄρα οἱ στήθεσσι . . αἱμυλίους τε λόγους καὶ ἐπίκλοπον ἦθος τεῦξε Hes. Op. 79, cf. 265, Th. 570; τ. ξείνια Pi. P. 4.129; τ. μέλος ib. 12.19; τ. γέρας, τιμάν τινι, get him honour, Id. I. 1.14, 67; τ. κακά A. Eu. 125; τ. στάσιν ἐν ἀλλήλαισι, i.e. to quarrel, Id. Pers. 189; τ. φόβον Id. Pr. 1090 (anap.); σφαγάς S. Tr. 756; τάφον E. Rh. 959; φίλοις ἔριν Id. Andr. 644; κρυπτὸν δόλον Call. in PSI 11.1218a6:— Pass., to be caused, and so, arise, occur, ἔργον ἐτύχθη ἀργαλέον Il. 4.470, cf. 2.320; οὐ γὰρ ἔτʼ ἀνσχετὰ ἔργα τετεύχαται Od. 2.63, cf. Il. 14.53, 22.450; τὰ δʼ οὐ ἴσαν, ὡς ἐτέτυκτο Od. 4.772, cf. 392; ἡμῖν νεῖκος ἐτύχθη Il. 11.671; πὰρ Διὸς ἀθανάτοισι χόλος καὶ μῆνις ἐτύχθη 15.122; Ἀργείοισι . . νόστος ἐτύχθη 2.155; ὅμαδος ἐτ. 12.471, etc.; τετεύξεται αἰπὺς ὄλεθρος ib. 345, cf. 5.653; εἰ δή μοι ὁμοίη μοῖρα τέτυκται is ordained, 18.120; ὁπποτέρῳ θάνατος καὶ μοῖρα τέτυκται 3.101; φόνος υἷι τέτ. Od. 4.771; φίλοισι δὲ κήδεα . . τετεύχαται 14.138, cf. Il. 21.585; ἐν βροτοῖς γέρων λόγος τέτυκται there exists, A. Ag. 751 (lyr.), cf. E. El. 457 (lyr.).
- III c. acc. pers., make so and so, ὄφρα μιν . . ἄγνωστον τεύξειεν Od. 13.191, cf. 397; τ. τινὰ ἰσοδαίμονα, μέγαν, εὐδαίμονα, Pi. N. 4.84, A. Eu. 668, E. Heracl. 614 (lyr.): of things, οὐδέ κεν ἄλλως οὐδὲ θεὸς τεύξειε Od. 8.177: c. dupl. acc., ὦ πούς, τί σε . . τεύξω; what shall I make of thee? S. Ph. 1189 (lyr.):—hence in pf. and plpf. Pass. simply for γίγνεσθαι or εἶναι, Ζεὺς ταμίης πολέμοιο τέτυκται Il. 4.84; [Ὠκεανὸς] γένεσις πάντεσσι τέτ. 14.246; ὅς ῥα Σκαμάνδρου ἀρητὴρ ἐτετυκτο 5.78, cf. 16.605; οὐ μὲν γάρ τι καταθνητός γʼ ἐτ. 5.402, cf. 16.622; νόον ἐν πρώτοισι . . ἐτ. was among the first in mind, 15.643; γυναικὸς ἄρʼ ἀντὶ τέτυξο thou was like a woman, 8.163; ἀντὶ κασιγνήτου ξεῖνός θʼ ἱκέτης τε τέτυκται Od. 8.546; Νύμφαις, ταὶς Δίος ἐξ αἰγιόχω φαῖσι τετυγμέναις Alc. 85: also of things, τόδε σῆμα τετύχθω let this be the sign, Od. 21.231, cf. Il. 22.30: in aor. 1, πέπλων ἅκληρος ἐτύχθην A. Eu. 353 (lyr.), cf. Supp. 87 (lyr.).
1. (klaar) maken:
2. bewerkstelligen, teweegbrengen:
3. maken tot, met pred. adj.:
bereiten, rüsten, verfertigen, zurecht machen ; δώματα τά ῥʼ αὐτὸς ἔτευξε, 6.314 ; τοῖσι δὲ τεῦχε κυκειῶ, 11.624 ; u. so bei Hom. u. Hes. von jedem Werke der Hände u. des Geistes ; bes. von Arbeiten in Holz u. Metall, zimmern, bauen, schmieden, vgl. z.B. noch χερσὶν ἐπίστατο δαίδαλα πάντα τεύχειν, Il. 5.61 ; τὸ μὲν (σκῆπτρον) Ἥφαιστος κάμε τεύχων, 2.101, vgl. 18.373 ff.; θώρακα, 8.195 ; Πελίῳ νηὸν τεύξομεν, Od. 12.347 ; auch von weiblichen Handarbeiten, spinnen, weben, εἱματα, 7.235 ; u. von Speisen u. Mahlzeiten, zubereiten, anrichten, γυναῖκες ἄλφιτα τεύχουσαι, 20.108, u. öfter, in welcher Bdtg ausschließlich der aor. τετυκεῖν u. τετυκέσθαι vorkommt, so δαῖτα, δεῖπνον, δόρπον, Il. 1.467, 2.430, 7.319, Od. 8.61, 12.283, 307, 14.408, 15.77, 16.478 u. sonst. – Vom Zeus heißt es τεύχων ἢ πολὺν ὄμβρον ἠὲ χάλαζαν, Il. 10.6, von der Athene ἄγε σʼ ἄγνωστον τεύξω πάντεσσι βροτοῖσιν, Od. 13.397, wie ὄφρα μιν αὐτὸν ἄγνωστον τεύξειεν, 191 ; οἱ δὲ γάμον τεύξουσι, 1.277 ; οἷ τεύξειν θάνατον, 22.14, u. öfter ; σφὶν Ἑκηβόλος ἄλγεα τεύχει, Il. 1.110, vgl. 13.209, u. sonst ; u. so ist 13.346 ἡρώεσσιν ἐτεύχετον ἄλγεα λυγρά die richtige Lesart für τετεύχατον, s. Spitzner zur Stelle ; κήδεα, Od. 1.244 ; τεῦξε δόλον, List bereiten, ersinnen, 8.276 ; πόλεμον, φύλοπιν, παλίωξιν, Il. 15.70, Od. 24.276 ; Hes. Sc. 154 ; οἶτον, Od. 8.579 ; γέλων, 18.350 ; πομπήν, βοήν, 10.18, 118 ; αἱμυλίους τε λόγους καὶ ἐπίκλοπον ἦθος, Hes. O. 79, vgl. Th. 570, 585, O. 217 ; – τεύξομαι ist fut. pass. Il. 5.653 σοὶ δʼ ἐγὼ ἐνθάδε φημὶ φόνον ἐξ ἐμέθεν τεύξεσθαι, sonst med. mit accus., wie τεύξεσθαι μέγα δόρπον, 19.208, Od. 10.182 (vgl. auch τυγχάνω).
Pass. bereitet, gemacht werden, sein ; oft τετεύχαται, z.B. οὐ γὰρ ἔτʼ ἀνσχετὰ ἔργα τετεύχαται, d.i. sie sind nicht mehr erträglich, Od. 2.63, und so τάχα τετεύξεται ὄλεθρος, Il. 12.345, es wird bereitet werden, wird sein, vgl. ἔτι πολλὰ τετεύξεται ἄλγεα, 21.585. – So nimmt das perf. pass. oft die einfache Bdtg des Gewordenseins, des Seins an, wozu sich plusqpf. u. aor. pass. als impf. verhalten, ohne daß das Gemachtwordensein hervorzuheben wäre : Ζεὺς ταμίης πολέμοιο τέτυκται, Il. 4.84, 19.224 ; καὶ δέ νυ τῷδε πατὴρ τοιόσδε τέτυκται, 22.420 ; ἀντὶ κασιγνήτου ξεῖνός θʼ ἱκέτης τε τέτυκται, Od. 8.546 ; Σκαμάνδρου ἀρητὴρ ἐτέτυκτο, er war Priester, Il. 5.78 ; ἀρχὸς μὲν Ἀθηναίων ἐτέτυκτο, 15.337 ; worin freilich liegt, daß sie zum Priester, zum Anführer gemacht worden waren. – Νοῦς ἐν στήθεσσι τετυγμένος οὐδὲν ἀεικής, Od. 20.366 ; τόδε σῆμα τετύχθω, das soll das Zeichen sein, 21.231 ; ἢ φῂς τοῦτο κάκιστον ἐν ἀνθρώποισι τετύχθαι, 1.391. – Ἠλείοισι καὶ ἡμῖν νεῖκος ἐτύχθη, Il. 11.871 ; κλαυθμὸν μὲν ἐάσομεν, ὃς πρὶν ἐτύχθη, Od. 4.212. – Γυναικὸς ἀντὶ τέτυξο, du warst einem Weibe gleich, Il. 8.163. – Bes. auch von dem durch das Schicksal Verhängten, vom Geschick, durch den Zwang der Umstände wozu bestimmt sein, μοῖρα τέτυκται, Il. 18.120 ; Hes. O. 747 ; vgl. Il. 22.30, 420, Od. 4.772, 13.170. – Τινός, aus Etwas, αἱ δὲ (βόες) χρυσοῖο τετεύχατο, Il. 18.574, Od. 19.226 ; Hes. Sc. 208 ; u. so auch perf. act., ἐπίτονος βοὸς ῥινοῖο τετευχώς, aus Rindsleder gemacht, Od. 12.423 (vgl. Her. 3.14 ; Il. 13.346, wo τετεύχατον aktive Bedtg haben müßte, ist jetzt ἐτεύχετον hergestellt. Bei Plat. Rep. VII.521e aber, der einzigen Stelle, wo das perf. bei den Att. passivisch zu nehmen wäre, liest Bekker mit Ruhnken τετεύτακε); doch steht auch so der dat., αἱ μὲν γὰρ κεράεσσι τετεύχαται, Od. 19.563, vgl. 10.210. – Das partic. τετυγμένος hat gewöhnlich den Nebenbegriff »tüchtig gearbeitet«, gut, fest gemacht, οἰκία, δώματα, δόμος, βωμός, τεῖχος, σάκος, δέπας, κρητήρ, ἄγγεα, εἵματα ; daher ἀγρὸς καλὸν τετυγμένος, ein wohlbestelltes Ackerfeld, Od. 24.206. – Pind. u. die Tragg. stimmen mit diesem Gebrauche überein : θεὸς ὁ τὰ πάντα τεύχων, Pind. frg. 105 ; τεῦχε μέλος, P. 12.19 ; δόμον ἔτευξαν, 7.12 ; τεύχειν ναῒ πομπάν, 4.164 ; τιμὰν Θήβαισι, I. 1.14 ; ἔτευξα τύμβῳ μέλος, Aesch. Spt. 817 ; δαῖτʼ ἀκέλευστος ἔτευξεν, Ag. 713 ; φάρμακον, 1234 ; τί σοι πέπρακται πρᾶγμα πλὴν τεύχειν κακά ; Eum. 122 ; μηδʼ ἀκαρπίαν τεύξητε, 802 ; παλαίφατος δʼ ἐν βροτοῖς γέρων τέτυκται, Ag. 731 ; παλλεύκων δὲ πέπλων ἄμοιρος ἄκληρος ἐτύχθην, Eum. 333 ; πολυθύτους τεύχειν σφαγάς, Soph. Trach. 753 ; φίλοις τεύχειν ἔριν, Eur. Andr. 645 ; ἕτοιμος τῷδε τεῦξαι τάφον, Rhes. 959 ; ἔκλυον τοιάδε σήματα τετύχθαι, El. 457 ; sp.D., οὐκέτι γὰρ δύναται τὸ τετυγμένον εἶναι ἄτυκτον, das Geschehene kann nicht ungeschehen gemacht werden, Phocyl. – Her. hat das perf. in intr. Bedtg, ἐτετεύχεε ἐπισπόμενος, war gefolgt, 3.14, wie τυγχάνω ; u. so auch in späterer Prosa, Arist. eth. 3.14, Pol. 1.81 ; vgl. Lobeck Phryn. 395.
[This and τυγχάνω believed to be different forms of the same word.]
3 sing. dual impf. ἐτεύχετον Il. 13.346.
Fut. τεύξω Od. 13.397.
2 sing. τεύξεις Od. 24.476.
3 sing. τεύξει Od. 10.290.
1 pl. τεύξομεν Od. 12.347.
3 pl. τεύξουσι Od. 1.277, Od. 2.196, Od. 24.197.
Infin. τεύξειν Od. 22.14.
Aor. ἔτευξα Od. 4.174.
3 sing. ἔτευξε Il. 6.314, Il. 14.166, 338, Il. 5.483. τεῦξε Il. 5.449, Il. 18.609, 610, 611, 613 : Od. 7.92, 235, Od. 8.276.
3 pl. ἔτευξαν Od. 1.244. τεῦξαν Il. 21.538 : Od. 8.579.
3 sing. opt. τεύξειε Il. 14.240 : Od. 8.177, Od. 13.191, Od. 20.11.
Pple. τεύξας Od. 11.409.
Fem. τεύξασα Od. 11.430.
Redup. aor. infin. τετυκεῖν Od. 15.77, 94.
Pf. pple. τετευχώς Od. 12.423.
Mid. Fut. infin. τεύξεσθαι Il. 19.208.
3 pl. redup. aor. τετύκοντο Il. 1.467, Il. 2.430, Il. 7.319 : Od. 8.61, Od. 12.307, Od. 16.478, Od. 20.390, Od. 24.384.
1 pl. opt. τετυκοίμεθα Od. 12.283, Od. 14.408.
Infin. τετυκέσθαι Od. 21.428.
Pass. Fut. infin. τεύξεσθαι Il. 5.653.
3 sing. fut. τετεύξεται Il. 12.345, 358, Il. 21.322, 585.
3 sing. aor. ἐτύχθη Il. 2.155, 320, Il. 4.470, Il. 11.671, Il. 12.471, Il. 15.122, 696, Il. 16.296, Il. 17.410, 704 : Od. 3.255, Od. 4.212, Od. 18.36, 221, 233, Od. 21.303, Od. 24.124.
2 sing. pf. τέτυξαι Il. 16.622.
3 sing. τέτυκται Il. 3.101, Il. 4.84, Il. 14.246, Il. 15.207, Il. 16.589, Il. 17.690, Il. 18.120, Il. 19.224, Il. 21.191, Il. 22.30, 420, 450, Il. 23.240, Il. 24.317, 354 : Od. 4.392, 771, Od. 6.301, Od. 8.544, 546, Od. 12.280, Od. 13.243, Od. 17.102, Od. 19.595, Od. 23.188.
3 pl. τετεύχαται Il. 13.22, Il. 14.53, 220 : Od. 2.63, Od. 14.138, Od. 19.563.
3 sing. imp. τετύχθω Od. 2.356, Od. 21.231.
Pple. τετυγμένος, -ου Il. 6.243, Il. 14.9, 66, Il. 16.225, Il. 22.511, Il. 23.741 : Od. 4.615, Od. 9.223, Od. 10.210, Od. 16.185, Od. 20.366, Od. 22.335, etc.
Infin. τετύχθαι Il. 15.110 : Od. 1.391.
Plupf. τετύγμην Od. 14.234.
2 sing. ἐτέτυξο Il. 12.164. τέτυξο Il. 8.163.
3 sing. (ἐ)τέτυκτο Il. 5.78, 402, 446, 901, Il. 6.7, Il. 11.77, Il. 12.8, Il. 14.215, Il. 15.337, 643, Il. 16.605, Il. 16.279, Il. 18.549, Il. 23.332, 455 : Od. 4.772, Od. 8.5, 281, 384, Od. 9.190, Od. 11.550, 610, Od. 13.170, Od. 17.210, Od. 18.275, Od. 19.226, Od. 20.110, Od. 23.152.
3 pl. ἐτετεύχατο Il. 11.808. τετεύχατο Il. 18.574.
(προ-.)
- 1
To make, construct, build, form, fabricate, fashion, prepare : εἴδωλον Il. 5.449, δώματα, τά ῥʼ αὐτὸς ἔτευξεν Il. 6.314, θεῶν ἀέκητι [τεῖχος] τέτυκτο Il. 12.8. Cf. Il. 2.101, Il. 5.61, Il. 14.166, Il. 18.373, 483 (wrought, represented), 609, Il. 21.322, Il. 22.511 (woven), etc. : εἶδος Od. 8.177, νηόν Od. 12.347. Cf. Od. 4.174, Od. 7.92, 235, Od. 8.276, Od. 21.215.
With genit. of material : βόες χρυσοῖο τετεύχατο (were wrought or represented in . . .) Il. 18.574 : περόνη χρυσοῖο τέτυκτο Od. 19.226.
With dat. : δόμον αἰθούσῃσι τετυγμένον (built with . . .) Il. 6.243. Cf. Od. 19.563.
In pf. pple. in pass. sense, made : ἐπίτονος, βοὸς ῥινοῖο τετευχώς Od. 12.423.
- 2
To make, cause to be so and so : αὐτοὺς ἑλώρια τεῦχε κύνεσσιν Il. 1.4 : ὄφρα μιν αὐτὸν ἄγνωστον τεύξειεν Od. 13.191. Cf. Od. 13.397.
- 3
In pf. pple. pass., that is a work of craftsmanship, wrought, (well or curiously) made, fashioned or constructed (cf. τυκτός): σάκος τετυγμένον Il. 14.9. Cf. Il. 14.66, Il. 16.225, Il. 23.741: δέπα τετυγμένα Od. 20.153, ἀγρὸν τετυγμένον (brought into a high state of cultivation) Od. 24.206. Cf. Od. 4.615 = Od. 15.115, Od. 9.223, Od. 10.210, 252, Od. 16.185, Od. 22.335.
Sim. of the mind, steady, well balanced Od. 20.366.
- 4
To make ready, prepare (a meal or the like): τεύξει τοι κυκεῶ Od. 10.290, δεῖπνον τετυκεῖν Od. 15.77 = 94. Cf. Il. 11.624: Od. 10.316.
In mid. Il. 1.467 = Il. 2.430 = Il. 7.319, Il. 19.208: Od. 8.61, Od. 10.182, Od. 12.283, 307, Od. 14.408, Od. 16.478 = Od. 24.384, Od. 20.390, Od. 21.428.
Sim.: ἄλφιτα τεύχουσαι (τευχούσῃ) (grinding it) Od. 20.108, 119.
- 5
To make, bring about, arrange, cause, cause to come into existence or take place: ἄλγεα Il. 1.110, ὄμβρον Il. 10.6. Cf. Il. 13.209, 346, Il. 15.70, Il. 21.538: γάμον Od. 1.277 = Od. 2.196, τάδε τέτυκται Od. 8.544, βοήν Od. 10.118. Cf. Od. 1.244, Od. 8.579, Od. 10.18, Od. 18.350, Od. 20.11, Od. 22.14, Od. 24.197, 476.
- 6
In pass., to be brought about or to pass, to take place, be done, occur, happen, be: νόστος κʼ ἐτύχθη Il. 2.155, θαυμάζομεν οἷον ἐτύχθη 320, ὅμαδος ἐτύχθη (rose up) Il. 12.471 = Il. 16.296. Cf. Il. 4.470, Il. 5.653, Il. 11.671, Il. 12.345, 358, Il. 15.110, 122, 696, Il. 16.410, 690, 704, Il. 21.585, Il. 22.450, Il. 24.354 (app., matters have happened which call for, this is a matter which calls for, a wary mind): ὅττι τοι κακόν τʼ ἀγαθόν τε τέτυκται Od. 4.392. Cf. Od. 2.63, Od. 3.255, Od. 4.212, Od. 14.138, Od. 18.36, 221, 233 (turned out), Od. 21.303, Od. 24.124.
In reference to the workings of fate, to be fated or decreed: ὁπποτέρῳ θάνατος τέτυκται Il. 3.101. Cf. Il. 18.120.
- 7
To plan, contrive, plot: τεύξας θάνατον Od. 11.409. Cf. Od. 4.771, Od. 11.430.
- 8
In pf. and plupf. pass.
- a
Signifying merely being or existence: ὅθι οἱ νηός γε τέτυκτο (stood) Il. 5.446, τό γε νύσσα τέτυκτο (served as . . .) Il. 23.332, ἐν μετώπῳ λευκὸν σῆμα τέτυκτο 455. Cf. Il. 11.77, 808, Il. 13.22, Il. 14.215, 220: οὐχ ἥδε δίκη τὸ πάροιθε τέτυκτο (this was not the custom) Od. 18.275, τόδε σῆμα τετύχθω (let this be the signal) Od. 21.231. Cf. Od. 8.5, Od. 11.610, Od. 17.210, Od. 23.188.
- b
As the copula (sometimes with the notion of becoming): Ζεύς, ὅς τʼ ἀνθρώπων ταμίης πολέμοιο τέτυκται Il. 4.84 = Il. 19.224, οὔ τι καταθνητός γε τέτυκτο Il. 5.402 = Il. 5.901, γυναικὸς ἄρʼ ἀντὶ τέτυξο (you were not what we thought you were, you are after all no better than a woman) Il. 8.163, ἦ ῥά νυ καὶ σὺ φιλοψευδὴς ἐτέτυξο (so then thou art . . .) Il. 12.164. Cf. Il. 5.78, Il. 6.7, Il. 14.53, 246, Il. 15.207, 337, 643, Il. 16.589, 605, 622, Il. 17.279, Il. 18.549, Il. 21.191, Il. 22.30, 420, Il. 23.240, Il. 24.317: τὰ δʼ οὐ ἴσαν ὡς ἐτέτυκτο (how matters really were) Od. 4.772 = Od. 13.170 = Od. 23.152, εὐνήν, ἥ μοι στονόεσσα τέτυκται Od. 17.102 = Od. 19.595. Cf. Od. 1.391, Od. 2.356, Od. 6.301, Od. 8.281, 384, 546, Od. 9.190, Od. 11.550, Od. 12.280, Od. 13.243, Od. 14.234 (found myself), Od. 20.110.
- a
- 1
- a
- α construct τεῦξαν δʼ ἀπύροις ἱεροῖς ἄλσος ἐν ἀκροπόλει O. 7.48
- β fashion, compose ὁπόταν προοιμίων ἀμβολὰς τεύχῃς ἐλελιζομένα (sc. ὦ φόρμιγξ) P. 1.4 παρθένος αὐλῶν τεῦχε πάμφωνον μέλος P. 12.19 ἀλλʼ ἐγὼ Ἡροδότῳ τεύχων τὸ μὲν ἅρματι τεθρίππῳ γέρας I. 1.14
- γ fashion, provide Χάρις δʼ ἅπερ ἅπαντα τεύχει τὰ μείλιχα θνατοῖς O. 1.30 ξείνιʼ ἁρμόζοντα τεύχων P. 4.129 “καὶ ὡς τάχος ὀτρύνει με τεύχειν ναὶ πομπάν” P. 4.164 εἴη μιν ἔρνεσι φράξαι χεῖρα, τιμὰν ἑπταπύλοις Θήβαισι τεύχοντʼ I. 1.67 ὁ πάντα τοι τά τε καὶ τὰ τεύχων Κρόνου παῖς Pae. 6.132 θεὸς ὁ πάντα τεύχων βροτοῖς fr. 141.
- b make c. pr. adj. οἳ τεὸν δόμον Πυθῶνι δίᾳ θαητὸν ἔτευξαν P. 7.12 οὐδὲ θερμὸν ὕδωρ τόσον γε μαλθακὰ τεύχει γυῖα, τόσσον εὐλογία φόρμιγγι συνάορος (τέγγει e Plutarcho Heyne) N. 4.4 ὕμνος δὲ τῶν ἀγαθῶν ἐργμάτων βασιλεῦσιν ἰσοδαίμονα τεύχει φῶτα N. 4.84
- c in tmesis ἐπὶ στέφανον τεῦξαι (v. ἐπιτεύχω) O. 8.32
- Ito make ready, make, build, work, Hom., Hes., Trag.;—of a cook, δεῖπνον τετυκεῖν to dress or prepare a meal, Od.; and in Mid., δεῖπνον τετυκέσθαι to have a meal prepared, Hom.:—Pass., δώματα τετεύχαται Il.; θεῶν ἐτετεύχατο βωμοί Il.; c. gen., χρυσοῖο τετεύχαται are wrought of gold, Il.; also, τετυγμένα δώματα λάεσσιν built with stones, Od.; but, δόμος αἰθούσηισι τετυγμένος built or furnished with vestibules, Il.
- 2the perf. part. τετυγμένος often passes into the sense of an adj., = τυκτός, well-made, well-wrought, Hom.; ἀγρὸς καλὸν τετ. well wrought, well tilled, Od.;—metaph., νόος τετυγμένος a ready, constant mind, Hom.
- 3perf. act. part. once in pass. sense, ῥινοῖο τετευχώς made of hide, Hom.
- IIof events, to cause, make, bring to pass, bring about, ὄμβρον ἠὲ χάλαζαν Il.; τ. βοήν to make a cry, Od.; τ. γάμον to bring it about, Od.:—Pass., esp. in perf., to be caused, and so to arise, occur, happen, exist, Hom., etc.
- IIIc. acc. pers. to make so and so, ἄγνωστον τ. τινά Od.; τ. τινὰ μέγαν, εὐδαίμονα Aesch., Eur.; c. dupl. acc., τί σε τεύξω; what shall I make of thee? Soph.;—hence in perf. pass. simply for γίγνεσθαι or εἶναι, Ζεὺς ταμίης πολέμοιο τέτυκται Il.; γυναικὸς ἄφʼ ἀντὶ τέτυξο thou wast like a woman, Il.
-
…οὕς σοι ἐξὸν καὶ ἐκθρέψαι καὶ ἐκπαιδεῦσαι οἰχήσῃ καταλιπών, καὶ τὸ σὸν μέρος ὅτι ἂν τύχωσι τοῦτο πράξουσιν · τεύξονται δέ, ὡς τὸ εἰκός, τοιούτων οἷάπερ εἴωθεν γίγνεσθαι ἐν ταῖς ὀρφανίαις περὶ τοὺς ὀρφανούς. ἢ γὰρ οὐ…
Plato, Crito
-
…εἴ χʼ ὑπʼ ἐμοί γε θεὸς δαμάσῃ μνηστῆρας ἀγαυούς, ἄξομαι ἀμφοτέροις ἀλόχους καὶ κτήματʼ ὀπάσσω οἰκία τʼ ἐγγὺς ἐμεῖο τετυγμένα · καί μοι ἔπειτα Τηλεμάχου ἑτάρω τε κασιγνήτω τε ἔσεσθον. εἰ δʼ ἄγε δή, καὶ σῆμα ἀριφραδὲς ἄλλο…
Homer, Odyssey
-
…ἀνέρα τοῦτον ἀτάσθαλον ὀβριμοεργόν, ἤν πως ἡλικίην αἰδέσσεται ἠδʼ ἐλεήσῃ γῆρας · καὶ δέ νυ τῷ γε πατὴρ τοιόσδε τέτυκται Πηλεύς, ὅς μιν ἔτικτε καὶ ἔτρεφε πῆμα γενέσθαι Τρωσί · μάλιστα δʼ ἐμοὶ περὶ πάντων ἄλγεʼ ἔθηκε. τόσσους…
Homer, Iliad
-
…περιχεύας μυρίον, οὐδέ οἱ ὀστέʼ ἐπιστήσονται Ἀχαιοὶ ἀλλέξαι · τόσσην οἱ ἄσιν καθύπερθε καλύψω. αὐτοῦ οἱ καὶ σῆμα τετεύξεται, οὐδέ τί μιν χρεὼ ἔσται τυμβοχόης, ὅτε μιν θάπτωσιν Ἀχαιοί. ἦ, καὶ ἐπῶρτʼ Ἀχιλῆϊ κυκώμενος ὑψόσε…
Homer, Iliad
-
…τὰ μῆλα οἶος ποιμαίνεσκεν ἀπόπροθεν · οὐδὲ μετʼ ἄλλους πωλεῖτʼ, ἀλλʼ ἀπάνευθεν ἐὼν ἀθεμίστια ᾔδη. καὶ γὰρ θαῦμʼ ἐτέτυκτο πελώριον, οὐδὲ ἐῴκει ἀνδρί γε σιτοφάγῳ, ἀλλὰ ῥίῳ ὑλήεντι ὑψηλῶν ὀρέων, ὅ τε φαίνεται οἶον ἀπʼ ἄλλων…
Homer, Odyssey
-
…δυοκαίδεκα μῆλʼ ἱέρευσεν, ὀκτὼ δʼ ἀργιόδοντας ὕας, δύο δʼ εἰλίποδας βοῦς · τοὺς δέρον ἀμφί θʼ ἕπον, τετύκοντό τε δαῖτʼ ἐρατεινήν. κῆρυξ δʼ ἐγγύθεν ἦλθεν ἄγων ἐρίηρον ἀοιδόν, τὸν πέρι μοῦσʼ ἐφίλησε, δίδου δʼ ἀγαθόν…
Homer, Odyssey
-
…οὔτις ἂν τέκοι θεός. ἐγὼ δέ, Παλλάς, τἄλλα θʼ ὡς ἐπίσταμαι, τὸ σὸν πόλισμα καὶ στρατὸν τεύξω μέγαν, καὶ τόνδʼ ἔπεμψα σῶν δόμων ἐφέστιον, ὅπως γένοιτο πιστὸς εἰς τὸ πᾶν χρόνου καὶ τόνδʼ ἐπικτήσαιο σύμμαχον…
Aeschylus, Eumenides
-
…καὶ ἐν κόλποισιν ἔχουσα · νύκτας δὲ κρύπτεσκε πυρὸς μένει ἠύτε δαλὸν λάθρα φίλων γονέων · τοῖς δὲ μέγα θαῦμʼ ἐτέτυκτο, ὡς προθαλὴς τελέθεσκε · θεοῖσι δὲ ἄντα ἐῴκει. καί κέν μιν ποίησεν ἀγήρων τʼ ἀθάνατόν τε, εἰ…
NA, Homeric Hymns
-
…πᾶσαν χρυσείην ἔμεναι, κανόνας τε καὶ αὐτήν, αὐτὰρ ἀπʼ ὤμοιιν Διομήδεος ἱπποδάμοιο δαιδάλεον θώρηκα, τὸν Ἥφαιστος κάμε τεύχων. εἰ τούτω κε λάβοιμεν, ἐελποίμην κεν Ἀχαιοὺς αὐτονυχὶ νηῶν ἐπιβησέμεν ὠκειάων. ὣς ἔφατʼ εὐχόμενος, νεμέσησε δὲ…
Homer, Iliad
-
…. αὐτὰρ ἐπεὶ τό γʼ ἄκουσε βοὴν ἀγαθὸς Μενέλαος, αὐτίκʼ ἄρʼ ᾗ ἀλόχῳ ἠδὲ δμῳῇσι κέλευσε δεῖπνον ἐνὶ μεγάροις τετυκεῖν ἅλις ἔνδον ἐόντων. ἀγχίμολον δέ οἱ ἦλθε Βοηθοΐδης Ἐτεωνεύς, ἀνστὰς ἐξ εὐνῆς, ἐπεὶ οὐ πολὺ ναῖεν ἀπʼ…
Homer, Odyssey