τιφώδης
τιφώδης, marshy
τῑφώδης, ες, (τῖφος)
- marshy, χωρίον Str. 8.3.19 (τειφ-, τυφ- codd.).
τιφώδης, ης, ες [ῑ] marécageux, Str. 346.
Étym. τῖφος, -ωδης.
τιφώδης, [ῑ], ες, sumpfartig, sumpfig, Strab. 8.3.19.