τλάμων
τλάμων, enduring
τλάμων, v. τλήμων.
τλάμων, v. τλήμων.
τλάμων, ονος, dor. = τλήμων.
τλᾱμων
- 1enduring τλάμονι ψυχᾷ παρέμειν P. 1.48