τλήμων
τλήμων, suffering, enduring, patient, stout-hearted
- poet. Adj., used by X. and Aret. (v. infr.):
- I patient, steadfast, stout-hearted, ὁ τλήμων Ὀδυσεύς Il. 10.231, 498 (to whom a τλήμων θυμός is ascribed, 5.670); θαρσαλέοι καὶ τ. 21.430; ψυχὴν καὶ θυμὸν τλήμονα παρθέμενος Tyrt. 12.18; τλάμονι ψυχᾷ Pi. P. 1.48; τλήμονες, οἷον ἀγῶνα . . τελέσαντες . . ψυχὰς . . ὠλέσατʼ Ath.Mitt. 57.142 (Athens, v. B.C.); τλήμων οὖσʼ ἀπʼ εὐτόλμου φρενός A. Ag. 1302; of patients, Aret. CD 1.4; τ. ἐς παιδείην Id. SD 2.6: Sup. -εστάτη E. Heracl. 570.
- 2 in bad sense, overbold, reckless, Thgn. 196; τλάμονι καὶ πανούργῳ χειρί A. Ch. 384 (lyr.); τλημονεστάτη γυνή S. El. 439, cf. 275, A. Ch. 596 (lyr.); τλάμονι θυμῷ E. Med. 865 (lyr.).
- II wretched, miserable, of persons, A. Pr. 614, S. Ph. 161 (anap.), Ar. Pax 723, X. An. 3.1.29, Mem. 2.1.30: c. gen., ὦ τλάμων ὑμεναίων E. Hipp. 554 (lyr.); θανάτου τλήμων Ar. Th. 1072 (anap.).
- 2 of conditions, acts, words, etc., τλήμονες φυγαί, τύχαι, E. Hipp. 1177, HF 921 (lyr.); τλημονέστατος λόγος Id. Hec. 562; ὁδὸς τλημονεστάτη, -τέρα, Id. Med. 1067, 1068: sts. also, as we use wretched, in a disparaging sense, τ. γαστρὸς ἔριθον h.Merc. 296; οἶνος Call. Epigr. 61 Pf.
- III Adv. τλημόνως patiently, A. Ch. 748, E. Supp. 947, Gal. 14.213.
- 2 miserably, E. Tr. 40, Hsch.
1. volhardend, standvastig:
2. zwaar beproefd, ellendig:
a) duldsam, geduldig, standhaft, zum Aushalten von Mühsalen geeignet, Beiwort des Odysseus, Il. 10.231, 498 ; ihm wird τλήμων θυμός beigelegt, 5.670, Scholl. ὑπομενητικός ; Il. 21.430 ist vrbdn θαρσαλέοι καὶ τλήμονες, kühn. verwegen ; τλάμονι ψυχᾷ, Pind. P. 1.48 ; Aesch. βροτῶν τλήμονι καὶ πανούργῳ χειρί, Ch. 378, 588, 921 ; auch im tadelnden Sinne, verwegen, frech, Soph. El. 267 ; εἰ μὴ τλημονεστάτη γυνὴ πασῶν ἔβλαστε 431.
b) duldend, δμωΐδες τλήμονες εὐνὰν αἰχμάλωτον, Aesch. Spt. 346.
c) unglücklich, der viel auszustehen hat ; Aesch. Prom. 617, Ag. 1294 u. sonst ; τλήμονες φυγαί, Eur. Hipp. 1177, u. öfter ; τλήμονες παίδων τύχαι, Herc.Fur. 921 ; τλημονέστατον λόγον, Hec. 562 ; Soph. Phil. 161 u. öfter ; θανάτου τλήμων vrbdt Ar. Th. 1072 ; sp.D.; selten in Prosa, Xen. An. 3.1.29, Mem. 1.3.11, 4.2.1 u. Plut.
-ονος
[τλη-, τλάω.]
Enduring, stout, unflinching : θυμόν Il. 5.670. Cf. Il. 21.430.
Epithet of Odysseus Il. 10.231, 498.
- Isuffering, enduring, patient, stout-hearted, of Ulysses, Il.; so Pind., etc.
- 2bold, daring, hardy, reckless, Il., Trag.
- IIsuffering, wretched, miserable, Trag., Xen.
- IIIadv. τλημόνως, patiently, Aesch., Eur., etc.
-
…, τότʼ ἄλλος, ἄλλοθʼ ἅτερος κάρα προβάλλων ἱππικῶν ὀχημάτων. καὶ τοὺς μὲν ἄλλους πάντας ἀσφαλεῖς δρόμους ὡρμᾶθʼ ὁ τλήμων ὀρθὸς ἐξ ὀρθῶν δίφρων · ἔπειτα λύων ἡνίαν ἀριστερὰν κάμπτοντος ἵππου λανθάνει στήλην ἄκραν παίσας · ἔθραυσε δʼ ἄξονος μέσας…
Sophocles, Electra
-
…Ἀτρέως δόμοις τυχόντʼ ἐμὴν ἤλγυνεν ἐν στέρνοις φρένα. ἀλλʼ οὔτι πω τοιόνδε πῆμʼ ἀνεσχόμην · τὰ μὲν γὰρ ἄλλα τλημόνως ἤντλουν κακά · φίλον δʼ Ὀρέστην, τῆς ἐμῆς ψυχῆς τριβήν, ὃν ἐξέθρεψα μητρόθεν δεδεγμένη, κἀκ νυκτιπλάγκτων ὀρθίων…
Aeschylus, Libation Bearers
-
…τε σοῦ κακοῖς πολλοῖς ἀεὶ ξυνοῦσα τοῦ τε συννόμου · ὁ δʼ ἄλλος ἔξω, χεῖρα σὴν μόλις φυγών, τλήμων Ὀρέστης δυστυχῆ τρίβει βίον · ὃν πολλὰ δή με σοὶ τρέφειν μιάστορα ἐπῃτιάσω · καὶ τόδʼ, εἴπερ ἔσθενον ,…
Sophocles, Electra
-
…ἄτη, θάνατος, αἰσχύνη, κακῶν ὅσʼ ἐστὶ πάντων ὀνόματʼ, οὐδέν ἐστʼ ἀπόν. νῦν δʼ ἔσθʼ ὁ τλήμων ἔν τινι σχολῇ κακοῦ ; βοᾷ διοίγειν κλῇθρα καὶ δηλοῦν τινα τοῖς πᾶσι Καδμείοισι τὸν πατροκτόνον, τὸν μητέρʼ αὐδῶν…
Sophocles, Oedipus Tyrannus
-
…. δοκῶ γὰρ αὐτὴν εἰσορῶν γυναῖχʼ ὁρᾶν ἐμήν · θολοῖ δὲ καρδίαν, ἐκ δʼ ὀμμάτων πηγαὶ κατερρώγασιν · ὦ τλήμων ἐγώ, ὡς ἄρτι πένθους τοῦδε γεύομαι πικροῦ. ἐγὼ μὲν οὐκ ἔχοιμʼ ἂν εὖ λέγειν τύχην · χρὴ δʼ…
Euripides, Alcestis
-
…πτερόεντʼ ἀγόρευε · τοιοῦτοι νῦν πάντες ὅσοι Τρώεσσιν ἀρωγοὶ εἶεν, ὅτʼ Ἀργείοισι μαχοίατο θωρηκτῇσιν, ὧδέ τε θαρσαλέοι καὶ τλήμονες, ὡς Ἀφροδίτη ἦλθεν Ἄρῃ ἐπίκουρος ἐμῷ μένει ἀντιόωσα · τώ κεν δὴ πάλαι ἄμμες ἐπαυσάμεθα πτολέμοιο Ἰλίου ἐκπέρσαντες ἐϋκτίμενον…
Homer, Iliad
-
…Ἄρηος, ἤθελε Μηριόνης, μάλα δʼ ἤθελε Νέστορος υἱός, ἤθελε δʼ Ἀτρεΐδης δουρικλειτὸς Μενέλαος, ἤθελε δʼ ὁ τλήμων Ὀδυσεὺς καταδῦναι ὅμιλον Τρώων · αἰεὶ γάρ οἱ ἐνὶ φρεσὶ θυμὸς ἐτόλμα. τοῖσι δὲ καὶ μετέειπεν ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων…
Homer, Iliad
-
…ἡμέρα βιάζεται. οὔκουν ἐπʼ αὐτῇ πράσσεται τὰ πρόσφορα ; κόσμος γʼ ἕτοιμος, ᾧ σφε συνθάψει πόσις. ὦ τλῆμον, οἵας οἷος ὢν ἁμαρτάνεις. οὔπω τόδʼ οἶδε δεσπότης, πρὶν ἂν πάθῃ. ἴστω νυν εὐκλεής γε κατθανουμένη…
Euripides, Alcestis
-
…ὀργὰς πρέπει θεοὺς οὐχ ὁμοιοῦσθαι βροτοῖς. πάλαι τάδε Ζεὺς οὑμὸς ἐπένευσεν πατήρ. αἰαῖ, δέδοκται, πρέσβυ, τλήμονες φυγαί. τί δῆτα μέλλεθʼ ἅπερ ἀναγκαίως ἔχει ; ὦ τέκνον, ὡς ἐς δεινὸν ἤλθομεν κακὸν ; πάντες ,…
Euripides, Bacchae
-
…ὅσον δοκεῖν καὶ δόξαντʼ ἀποκλῖναι ; τὸν σόν τοι παράδειγμʼ ἔχων, τὸν σὸν δαίμονα, τὸν σόν, ὦ τλᾶμον Οἰδιπόδα, βροτῶν οὐδὲν μακαρίζω · ὅστις καθʼ ὑπερβολὰν τοξεύσας ἐκράτησε τοῦ πάντʼ εὐδαίμονος ὄλβου, ὦ Ζεῦ, κατὰ…
Sophocles, Oedipus Tyrannus