τοπίτης
τοπίτης, of or belonging to a place
τοπ-ίτης [ῑ], ου, ὁ,
- of or belonging to a place, St.Byz. s.v. Ἀγρός, al.
τοπίτης, ου (ὁ) habitant d’un lieu, E. Byz.
Étym. τόπος.
τοπίτης, [ῑ], ὁ, vom Orte, zum Orte gehörig, EM. St.B.