τορδύλιον Save LSJ Bailly 2024 Pape τορδύλιον, τό, = sq., Dsc. 3.54 (τόρδιλον, τορδίλιον codd.), Eup. 2.81. τορδύλιον, ου (τὸ) [ῡ] c. le suiv. Diosc. 3, 63. τορδύλιον, [ῡ], τό, = τόρδυλον, Diosc.