τοποκράτωρ Save LSJ Bailly 2024 τοπο-κράτωρ [ᾰ], ορος, ὁ, = τόπαρχος I, Paul.Al. O. 1. τοπο·κράτωρ, ορος (ὁ) gouverneur d’une localité, P. Alex. Apot. p. 70, l. 17 Boer. Étym. τ. κρατέω.