Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τόρβηλος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τοπίζω
τοπικός
τοπικῶς
τόπιον
τοπισμός
τοπίτης
τοπλέον
τοπογραμματεία
τοπογραμματεύς
τοπογραφέω
τοπογραφία
τοπογράφος
τοποθεσία
τοποθετέω
τοποικράτωρ
τοποκλισία
τοποκρατέω
τοποκράτωρ
τοπολλάκις
τοπομαχέω
τόπος
τοποτηρέω
τοποτηρησία
τοποτηρητής
τοπρίν
τόπριν
τοπρόσθεν
τοπρότερον
τοπρῶτον
τοράλλιον
τόρβηλος
τόργος
τορδύλιον
τόρδυλον
τορεία
τορεῖον
τορέλλη
τόρευμα
τορεύς
τόρευσις
τορευτής
τορευτικός
τορευτός
τορεύω
τορέω
Τορήβιον
Τόρηβος
Τορηδόραξ
τορητός
Τορκουᾶτος
τόρμα
τόρμη
τορμικά
τορμίον
τόρμιον
τόρμος
τορνεία
τόρνευμα
τόρνευσις
τορνευτήριον
τορνευτής
…
τόρβηλος
Save
LSJ
τόρβηλος·
μεμψίμοιρος,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}