Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τριόφυλλον
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τριόδους
τριόδων
τριοειδής
τρίοζος
τριοῖσι
τριολύμπιος
τριονία
Τριόπας
Τριόπειος
τριοπηλίς
Τριοπίδης
Τριοπικός
Τριόπιον
τριόπιος
Τριόπιος
τριοπίς
Τρίοπον
Τρίοπος κολώνα
τριόργυιος
τριορία
τριόροφος
τριόρχης
τρίορχος
τριοτό
τριόττιον
τριοττίς
τριούγκιον
τριούμβουρα
τριοῦχος
τριόφθαλμος
τριόφυλλον
Τρίοψ
τριπαγισμός
τριπαία
τριπαιδία
τρίπαις
τρίπαλαι
τριπάλαιος
τριπαλαιστιαῖος
τριπάλαιστος
τριπάλαστος
τρίπαλτος
τριπανάγορσις
τριπάνουργος
τριπανοῦργος
τρίπαππος
τριπάρθενος
τριπάροδος
τριπάτορες
τρίπατρος
τριπάτωρ
τριπάχυιος
τριπάχυντος
τριπέδιλον
τρίπεδος
τριπέδων
τρίπεζαν
τριπέμπελος
τριπενθημιμερής
τριπέρυσι
τριπέρυσιν
…
τριόφυλλον
Save
Pape
τριόφυλλον
, τό,
f.l.
statt τρίσφυλλον, Nic.
Ther
. 520.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}