τρίσταθμος
τρίσταθμος, thrice the weight
τρί-σταθμος, ον,
- thrice the weight, Agatharch. 96.
τρί·σταθμος, ος, ον, c. le suiv. Agatharch. (Phot. Bibl. 458).
Étym. τρίς, σταθμός.
τρίσταθμος, thrice the weight