τρισσοκέφαλος
τρισσοκέφαλος, three-headed
τρισσο-κέφᾰλος, ον,
- three-headed, Orph. A. 976 [with the penult. long metri gr.].
τρισσο·κέφαλος, ος, ον [ᾰ, ᾱ p. licence] à trois têtes, Orph. Arg. 974.
Étym. τρ. κεφαλή.
τρισσοκέφαλος, = τρισσοκάρηνος, Orph. Arg. 979, wo α lang ist, als v.l. zu τρισσοκάρηνος. Vgl. τρικέφαλος.