About Report a problem

Menu

τρισπερίοδος

τρισπερίοδος, thrice a περιοδονίκης

τρισπερίοδος, ὁ,
  • thrice a περιοδονίκης (q. v.), κῆρυξ Inscr.Olymp. 243 (iii A. D.).

Saved

Recent