τρισσάτιος
τρισσ-άτιος [ᾰ], η, ον, poet. for τρισσός (cf. μεσσάτιος), AP 6.12 (Jul.).
τρισσάτιος, α, ion. η, ον [ᾰ] c. τρισσός, Anth. 6, 12.
Étym. τρισσός, pour la formation cf. μεσσάτιος.
τρισσάτιος, poet. statt τρισσός, wie μεσσάτιος gebildet, Iul. Aeg. 9 (VI.12).
τρισσάτιος
τρισσάτιος (ᾰ), η, ον
poetic for τρισσός, Anth.
τρισσόθεν, adv.