Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τραπεζοκόρος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τρανίαν
Τρανίψαι
τρανοποιέω
τρανός
τρανότης
τρανόω
τράνς
τράνωμα
τρανῶς
τράνωσις
τρανωτικός
τράξ
τράπε
τράπεζα
τραπεζεῖον
τραπεζείτης
τραπεζεύς
τραπεζήεις
τραπεζήτας
τραπεζήτης
τραπεζία
τραπεζίας
τραπέζιον
τραπεζιτεία
τραπεζιτεύω
τραπεζίτης
τραπεζιτικός
τραπεζοειδής
τραπεζοκόμος
τραπεζόκορος
τραπεζοκόρος
Τραπεζολείχων
τραπεζολοιχός
τραπεζόλοιχος
τραπεζόπιναξ
τραπεζοποιέω
τραπεζοποιία
τραπεζοποιΐα
τραπεζοποιός
τραπεζορήτωρ
τραπεζότης
Τραπεζούντιος
Τραπεζοῦς
τραπεζοφόρος
τραπεζοχάρων
τραπεζόω
τραπεζώ
τραπεζώδης
τραπέζωμα
τραπεζωνία
τραπέζωσις
τραπείομεν
τραπελίζομαι
τραπελίζω
τραπελός
τραπέμπαλιν
τράπεσδα
τράπεσδαι
τραπέσθαι
τραπέω
τραπῆναι
…
τραπεζοκόρος
Save
Bailly 2024
τραπεζο·κόρος,
ου
(
ὁ
) [
ᾰ
] parasite,
Ps.-Phocyl.
91
.
Étym.
τρ. κορέω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}